θαυμασιουργία
θαυμασιουργία, jugglery
θαυμασι-ουργία, ἡ,
- jugglery, Philostr. VA 6.10: metaph., λέξεως θ. wizardry of language, Phld. Rh. 2.94 S.
θαυμασιουργία, ας (ἡ) [ᾰσ] c. θαυματουργία, Philstr. V. Ap. 6, 19.
Étym. θαυμάσιος, ἔργον.
θαυμασιουργία, ἡ, = θαυματουργία, Philostr. v. Apoll. 6.19.