θείκελος Save LSJ Bailly 2024 Pape θείκελος, dub. l. in Ar. Lys. 1252 codd. (σιοείκελοι Mein., συείκελοι Wilam.). θείκελος, ος, ον, dor. c. θέσκελος, Ar. Lys. 1252. θείκελος, = θεοείκελος, Ar. Lys. 1252.