θεημάχος
θεημάχος [ᾰ], ον,
- poet. for θεομ-, AP 9.769 (Agath.); φῦλα Γιγάντων Procl. H. 7.8.
θεη·μάχος, ος, ον, c. θεομάχος, Anth. 1, 10, 72, etc. ; Nonn. D. 1, 42 ; Jo. 8, 107 ; 18, 66.
θεημάχος, p. = θεομάχος, Nonn. D. 1.49 u. öfter ; Paul.Sil. 70 (IX.769).
θεημάχος
θεη-μάχος, ον
poet. for θεομάχος, Anth.