θεατρόμορφος
θεατρόμορφος, theatre-shaped
θεᾱτρό-μορφος, ον,
- = θεατροειδής, theatre-shaped, Lyc. 600.
θεατρό·μορφος, ος, ον [ᾱ] en forme de théâtre, Lyc. 600.
Étym. θ. μορφή.
θεατρόμορφος, [ᾱ], = θεατροειδής, Lycophr. 600.