θεήϊος
θεήϊος, divine
θεήϊος, η, ον, Ion. for θέειος, θεῖος (A),
- divine, Bion Fr. 15.9.
θεήϊος, v. θεῖος 2.
θεήϊος, p. = θεῖος, Bion. 6.9.
θεήϊος, η, ον
Ionic for θέειος, θεῖος,
- divine, Bion.