θεειδής
θεειδής, ές, (θεός)
- = θεοειδής, [ἄνθρωπος] πάντων θηρίων θεειδέστατον Antipho Soph. 48 (prob. l.).
θε·ειδής, au sup. θεειδέστατος, c. θεοειδής, Ant. (Suid.) dout.
θεειδής, ές, s. θεοειδής u. θεαιδέστατος.