θεοκατάρατος
θεοκατάρατος, accursed of God
θεο-κατάρᾱτος [ᾰρ], ον,
- accursed of God, Zos.Alch. ap. Olymp.Alch. p.101 B.
θεοκατάρατος, [ρᾱ], von Gott verflucht, K.S.
θεοκατάρατος, accursed of God