θεοκατασκεύαστος
θεοκατασκεύαστος, made by God
θεο-κατασκεύαστος, ον,
- made by God, ὕμνος Sch. Pi. O. 3.11; gloss on θεότευκτον, Hsch.
θεοκατασκεύαστος, Erkl. von θεόδματος, Schol. Pind. Ol. 3.7.