θεοφιλότης
θεοφιλότης, a being loved by God
θεοφιλ-ότης, ητος, ἡ,
- a being loved by God, Men.Rh. pp. 361,362S.
θεοφιλότης, ητος (ἡ) [ῐ] faveur ou protection des dieux, Mén. rhét. 9, 199 W.
Étym. θ. φίλος.
θεοφιλότης, ἡ, = θεοφιλία, Menand. Walz. rhett. 9 p. 199.