θεοφίλητος
θεοφίλητος, loved by the gods
θεοφίλ-ητος, η, ον,
- loved by the gods, Phint. ap. Stob. 4.23.61a (hyperdor. -ᾱτος).
*θεο·φίλητος, seul. dor. θεο·φίλατος, ος, ον [ῐᾱ] aimé des dieux, Phintys (Stob. Fl. 74, 61).
Étym. θ. φιλέω.
θεοφίλητος, von Gott geliebt, θεοφιλάταν γυναῖκα Phint. Stob. Flor. 74.61.