θεσμοδότης
θεσμοδότης, lawgiver
θεσμο-δότης, ὁ,
- lawgiver, cj. for -θέτης, Longin. 9.9:—fem. θεσμο-δότειρα Orph.Εὐχή 25.
θεσμο·δότης, ου (ὁ) qui donne des lois, législateur, Lgn 9, 19.
Étym. θεσμός, δίδωμι.
θεσμοδότης, ὁ, Gesetzgeber, Sp.