θεσμοθεσία
θεσμοθεσία, office of θεσμοθέτης at Athens
θεσμο-θεσία, ἡ,
- office of θεσμοθέτης at Athens, IG 2(2).1368.133.
- II decree of fate, Plu. Fat. 2.573f.
θεσμοθεσία, ας (ἡ) action de faire des lois, Plut. M. 573f.
Étym. θεσμοθέτης.
θεσμοθεσία, ἡ, Gesetzgebung, Sp.