θρασυγλωττία
θρασυγλωττία, boldness of tongue
θρασυ-γλωττία, ἡ,
- boldness of tongue, Poll. 2.108.
θρασυγλωττία, ἡ, Keckzüngigkeit, Poll. 2.108.
θρασυγλωττία, boldness of tongue