θρασυπτόλεμος
θρασυπτόλεμος, bold in war
θρᾰσυ-πτόλεμος, ον,
- bold in war, IG 9(1).871 (Corc.).
θρασυ·πτόλεμος, ος, ον [ᾰ] intrépide à la guerre, Anth. App. 201.
Étym. θρ. πτόλεμος.
θρασυπτόλεμος, kriegskühn, Ep.adesp. 728 (APP 201).
θρασυπτόλεμος
θρασυ-πτόλεμος, ον
- bold in war, Anth.