θρασύμητις
θρασύ-μητις, ιδος, ὁ, ἡ,
- = foreg. [θρασυμήδης], AP 6.324 (Leon.Alex.).
θρασύ·μητις (ὁ) [ᾰῠ] à l’esprit hardi, Anth. 6, 324.
Étym. θρ. μῆτις.
θρασύμητις, Ἄρης, kühngesinnt, Leon.Alex. 19 (VI.324).
θρασύμητις
θρᾰσύ-μητις, ιδος
= θρᾰσυμήδης, Anth.