θρασύμυθος
θρασύμυθος, bold of speech, saucy
θρασύ-μῡθος, ον,
- bold of tongue, saucy, Pi. O. 13.10 (v.l. -θυμος).
θρασύ·μυθος, ος, ον [ᾰῠῡ] au langage hardi, Pd. O. 13, 13.
Étym. θρ. μῦθος.
θρασύμυθος, [ῡ], keck redend, ὕβρις Pind. Ol. 13.10.
θρᾰσῠμῡθος, -ον
- 1bold of tongue Ὕβριν, Κόρου ματέρα θρασύμυθον (v. l. θρασύθυμον) O. 13.10
θρασύμυθος
θρᾰσύ-μῡθος, ον
- bold of speech, saucy, Pind.