θρασυμάχανος
θρασυμάχανος, bold in resource
θρασυμάχανος, v. *θρασυμήχανος.
θρασυμάχανος, dor. = θρασυμήχανος.
θρᾰσῠμᾱχᾰνος
- 1bold in resource (cf. Wil., Isyllos, 16618) θρασυμάχανος Ἡρακλέης O. 6.67 θρασυμαχάνων τε λεόντων (Hermann: θρασυμαχᾶν codd.) N. 4.62