θυμοπληθής
θυμοπληθής, wrathful
θῡμο-πληθής, ές,
- wrathful, A. Th. 686 (lyr.).
θυμο·πληθής, ής, ές [ῡ] plein de colère, Eschl. Sept. 686.
Étym. θ. πλῆθος.
θυμοπληθής, [ῡ], ἄτα Aesch. Spt. 668, zornvoll.
θυμοπληθής
θῡμο-πληθής, ές
πλῆθος
- wrathful, Aesch.