About
Menu

θυμοβόρος

θυμοβόρος, eating the heart

θῡμο-βόρος, ον, (βιβρώσκω, βορά)
  • eating the heart, θυμοβόρῳ ἔριδι Il. 19.58, al.; λύα Alc. Supp. 23.10; Κῆρες A.R. 4.1666; τῆς θυμοβόρου φρένα λύπης cj. for θυμοφθόρον in A. Ag. 103 (anap.).

Saved

Recent