θυννοκέφαλος
θυννοκέφαλος, tunny-headed
θυννο-κέφᾰλος, ὁ,
- with the head of a tunny-fish, Luc. VH 1.35.
θυννο·κέφαλος, ος, ον [ᾰ] à tête de thon, Luc. V.H. 1, 35.
Étym. θ. κεφαλή.
θυννοκέφαλος, tunsischköpfig, Luc. V.H. 1.35.
θυννοκέφαλος
θυννο-κέφαλος, ὁ,
κεφαλή
- tunny-headed, Luc.