θυρσίνη Save LSJ Bailly 2024 Pape θυρσ-ίνη, = ὀροβάγχη, Dsc. 2.142 (nisi leg. θυρσῖτιν, cf. θυρσίτης). θυρσίνη, ης (ἡ) autre n. de la plante ὀροβάγχη, Diosc. Noth. 2, 172. Étym. θύρσος. θυρσίνη, ἡ, Pflanzenname, Diosc.