θῦσαι
θῦσαι, ῶν, αἱ,
- like θυιάδες, Bacchantes, Lyc. 106; v.l. θύστῃσιν, cf. θυστάς, θύστης.
θῦσαι, ῶν (αἱ) bacchantes, Lyc. 106 (θύω 1, cf. θυιάς).
θῦσαι, αἱ, die Bacchantinnen, vgl. θυιάδες, Lycophr. 106.