θυρσίτης Save LSJ Bailly 2024 θυρσ-ίτης [ῑ], ου, ὁ, = ὠκιμοειδές, Ps.-Dsc. 4.28 (with v.l. -ῖτις). θυρσίτης, ου (ὁ) autre n. de la plante ὤκιμον, Diosc. Noth. 4, 28.