θυρσοτινάκτης
θυρσοτινάκτης, thyrsus-shaker
θυρσο-τῐνάκτης, ου, ὁ,
- thyrsus-shaker, of Bacchus, Orph. H. 52.4.
θυρσο·τινάκτης, ου (ὁ) [ῐ] qui agite un thyrse (Bacchus) Orph. H. 51, 4.
Étym. θ. τινάσσω.
θυρσοτινάκτης, ὁ, Thyrsusschwinger, Bacchus, Orph. H. 51.4.