θωπικός
θωπικός, disposed to flatter
θωπ-ικός, ή, όν, (θώψ)
- = θωπευτικός, Ar. Lys. 1037, Max.Tyr. 9.7. Adv. -κῶς Suid.
θωπικός, ή, όν, c. θωπευτικός, Ar. Lys. 1037.
θωπικός, = θωπευτικός, Ar. Lys. 1037 ; Adv., Suid.