Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάλκιος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κάλης
Καλήσιος
καλήτης
Καλητορίδης
καλήτωρ
Καλήτωρ
καλιά
καλιάδιον
καλιάς
Καλίγγαι
καλίγιον
καλίδιον
καλιδόω
καλίζομαι
κάλιθος
κάλικα
καλίκιοι
κάλικον
καλινδέομαι
καλινδέω
καλινδήθρα
καλίνδησις
κάλινος
κάλιον
καλιός
καλιότερος
καλίς
καλίστρα
καλιστρέω
καλιῶσαι
κάλκιος
καλλ
κάλλα
καλλά
καλλαβίδες
Καλλαβίς
καλλαβίς
κάλλαια
Καλλαϊκοί
καλλαινιοποιοῖς
καλλάϊνος
κάλλαιον
κάλλαϊς
Κάλλαισχρος
καλλαμβάνω
καλλαρίας
καλλαροί
Κάλλαρος
Κάλλας
Καλλάτηβος
Κάλλατις
κάλλεα
καλλέας
Καλλέας
Καλλείνικος
καλλείπειν
καλλείπω
κάλλειψιν
κάλλης
καλλι
καλλι-
…
κάλκιος
Save
LSJ
κάλκιος,
= κάλτιος,
PGen.
80.9 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}