Κάλλαισχρος Save Κάλλαισχρος, Callaeschrus Bailly 2024 Κάλλ·αισχρος, ου (ὁ) Kallæskhros, h. Plat. Prot. 316a, etc. ; Dém. 291, 8, etc. Étym. κάλλος, αἰσχρός.