About
Menu

καλλαροί

καλλαροί· βάρβαροι, Hsch. καλλέας,
  • v. καλέας. καλλείπω, Ep. for καταλείπω. κάλλειψιν· κατάλειψιν, Id. κάλλης· καρπίμου, Id.

Saved

Recent