καλιός
καλιός, cabin, hovel
κᾰλῑός, ὁ,
- cabin, hovel, Epich. 39.
- 2 fowl-coop, Cratin. 72.
- 3 prison, Hsch.
καλιός, οῦ (ὁ) [ᾰῑ]
1 hutte, cabane, Epich. (Poll. 10, 160) ||
2 c. κλοιός, Crat. (Poll. 10, 160).
Étym. cf. καλιά.
καλιός, [ῑ], ὁ, Hütte, nach VLL τὰ εὐτελῆ οἰκήματα ; Gefängnis, Cratin. bei Poll. 10.160 εἰς τὸν καλιόν, εἰ τύχοι, καθείργνυται.