καλίκιοι
καλίκιοι, calcei
καλίκιοι, οἱ,
- = Lat. calcei, Plb. 30.18.3.
καλίκιοι, ων (οἱ) chaussures, souliers, Pol. 30, 16, 3 dout.
Étym. lat. calceus, cf. κάλτιος.
καλίκιοι, οἱ, das lat. calcei, Schuhe, Pol. 30.16.3 ; vgl. κάλτιος.