κισσοποίητος
κισσοποίητος, made of ivy
κισσο-ποίητος, ον,
- made of ivy, δούρατα Luc. Bacch. 1.
*κισσο·ποίητος, att. κιττο·ποίητος, ος, ον, fait de lierre, Luc. Bacch. 1.
Étym. κιττός, ποιητός.
κισσοποίητος, von Epheu gemacht, δόρατα κιττοπ. Luc. Bacch. 1.
κισσοποίητος
κισσο-ποίητος, ον
ποιέω
- made of ivy, Luc.