καινοποιΐα
καινοποιΐα, complete change
καινο-ποιΐα, ἡ,
- complete change, περί τι Plb. 4.2.10: c. gen., Vett.Val. 48.10 (pl.), al.
καινοποιΐα, ας (ἡ) innovation, d’où changement, renouvellement, Pol. 4, 2, 10.
Étym. καινοποιός.
καινοποιΐα, ἡ, Neuerung, Aenderung, τοιαύτης περὶ τὰς δυναστείας καινοποιΐας οὔσης Pol. 4.2.10.