καινοποιός
καινοποιός, novator
καινο-ποιός,
- novator, Gloss.
καινο·ποιός, ός, όν, qui innove, novateur, Naz. 2, 608 Migne.
Étym. κ. ποιέω.
καινοποιός, neu machend, erneuernd, Sp.
καινοποιός, novator