καδδραθέτην
καδδραθέτην, v. καταδαρθάνω.
καδδραθέτην, = κατεδραθέτην, Od. 15.494.
καδδραθέτην
3 dual contr. aor. καταδαρθάνω.
καδδραθέτην : see καταδαρθάνω.
3 dual contr. aor. καταδαρθάνω.