καδδῦσαι
καδδῦσαι, v. καταδύω.
καδδῦσαι, = καταδῦσαι, Il. 19.25.
καδδῦσαι
nom. pl. fem. contr. aor. pple. καταδύω.
καδδῦσαι : see καταδύω.
nom. pl. fem. contr. aor. pple. καταδύω.