Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθόσιος
καθόσιος, devotissimus
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθολικῶς
καθολκεύς
καθολκή
καθολκός
καθόλου
κάθομα
καθομάδα
καθομαλίζω
καθομηρεύω
καθομηρίζω
καθομιλέω
καθομοιόω
καθομολογέω
καθομολογία
κάθομον
καθόπερ
καθοπλίζω
καθόπλισις
καθοπλισμός
καθοπτεύει
καθορατικός
καθοράω
καθορίζω
καθοριστικός
καθοριστικῶς
καθορμάω
καθορμέω
καθορμίζω
καθόρμιον
καθόρμισις
καθόσιος
καθοσιότης
καθοσιόω
καθοσίωσις
καθοσιωτέον
καθόσον
καθότι
καθοῦ
κάθου
καθουφήν
καθυβρίζω
καθυβριστέον
καθυγίασις
καθυγραίνω
καθυγρασμός
κάθυγρος
κάθυδρος
καθυλακτέω
καθυλίζω
καθυλομανέω
καθυμνέω
καθύομαι
καθυπακούω
καθυπάρχω
καθυπείκω
καθυπεμφαίνω
καθυπενδίδωμι
καθυπερακοντίζω
καθυπερβάλλω
καθυπερέχω
καθυπερηφανεύομαι
…
καθόσιος
Save
καθόσιος, devotissimus
LSJ
καθόσι-ος, ον,
in Sup. -ώτατος
devotissimus,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}