καιρονομέω
καιρο·νομέω-ῶ, diriger d’une manière opportune, en temps utile, Anth. 9, 272 conj.
Étym. καιρός, νόμος.
καιρονομέω, zu gelegener, rechter Zeit hinlenken, Φοῖβε, σὺ δʼ εἰς τέχνην ὄρνιν ἐκαιρονόμεις Bian. 4 (IX.272), emend. für die Lesart des mss. ἐκαιρομάνεις, was »zur rechten Zeit begeistern« heißen sollte.