καλαμινθώδης
καλαμινθώδης, full of mint
κᾰλᾰμινθ-ώδης, ες,
- full of mint, Str. 8.5.7, Apollon. Lex. s.v. κητώεσσαν.
καλαμινθώδης, ης, ες [ᾰᾰ] semblable au calament ou rempli de calament, Str. 367.
Étym. κ. -ωδης.
καλαμινθώδης, ες, reich an Münze, nach Apoll. Lex. Hom. eine Erkl. für κητώεις.