καλλίχοιρος
καλλίχοιρος, with fine pigs
καλλί-χοιρος [ῐ], ον,
- with fine pigs, ὗς Arist. HA 573b12.
καλλί·χοιρος, ος, ον [ῐ] qui produit de beaux cochons, Arstt. H.A. 6, 18, 29.
Étym. κ. χοῖρος.
καλλίχοιρος, mit schönen Ferkeln, Arist. H.A. 6.18.