καλλιζυγής
καλλιζυγής, beautifully yoked
καλλι-ζῠγής, ές,
- beautifully yoked, ἅρμα E. Andr. 278 (lyr.).
καλλι·ζυγής, ής, ές [ῠ] au bel attelage, Eur. Andr. 278.
Étym. κ. ζυγός.
καλλιζυγής, ές, schön bespannt, ἅρμα Eur. Andr. 277.
καλλιζυγής
καλλι-ζῠγής, ές
ζυγόν
- beautifully yoked, Eur.