Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλλιέρησις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλλίγλουτος
Καλλίγνωτος
καλλίγονος
καλλιγραφέω
καλλιγραφία
καλλιγραφικός
καλλιγράφος
καλλιγύναιξ
καλλίδενδρος
Καλλιδημίδης
Καλλίδης
Καλλιδίκη
καλλιδίνας
καλλιδίνης
καλλίδιφρος
καλλιδόναξ
Καλλίδρομον
καλλιδώρα
καλλιέθειρα
καλλιέθειρος
καλλιέλαιος
καλλιέπεια
καλλιεπέομαι
καλλιεπέω
καλλιεπής
καλλιεργέω
καλλιεργία
καλλίεργος
καλλιερέω
καλλιέρημα
καλλιέρησις
καλλιερία
Καλλιεύς
καλλιζυγής
καλλίζωνος
Καλλίης
Καλλιῆς
καλλιθέμεθλος
Καλλιθόη
καλλίθριξ
καλλιθυτέω
καλλίθυτος
καλλικαρπέω
καλλικαρπία
καλλίκαρπος
καλλικέλαδος
καλλικέρας
καλλίκερος
καλλίκερως
Καλλίκλεια
Καλλικλῆς
καλλίκλιον
καλλικοίτη
καλλίκοκκος
καλλικολώνη
Καλλικολώνη
καλλικόλωνος
καλλικόμας
καλλικόμης
καλλίκομος
καλλικοτταβέω
…
καλλιέρησις
Save
LSJ
καλλῐέρ-ησις, εως, ἡ, = foreg.,
IG
1(2).98.23,
Onos.
10.26.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}