καπνογόργιον Save LSJ Bailly 2024 καπνο-γόργιον, τό, = καπνός II, Ps.-Dsc. 4.109. καπνο·γόργιον, ου (τὸ) fumeterre, plante, Diosc. 4, 110. Étym. καπνός, γῆ, ἔργον.