καπνοβάτης
καπνοβάτης, walkers through smoke (?) (LSJ Supp)
καπνο-βάτης [βᾰ], ου, ὁ, epith. of a pastoral people, dub. in Posidon. 104J.
καπνο·βάτης, ου (ὁ) [βᾰ] qui marche dans la fumée, mot comique, Str. 296.
Étym. καπνός, βαίνω.
καπνοβάτης, ὁ, Strab. VII.296 u. 297, Eust. Il. 916 καὶ θεοσεβεῖς, heißen die von Honig, Milch u. Käse lebenden Geten ; man hat καπνοπάτης, Rauchschlucker, od. καπνοβότης, Rauchzehrer vermutet.