καπνίτης
καπνίτης, smoky
καπν-ίτης [ῑ] λίθος
- smoky quartz, Alex.Trall. 1.15.
- II fem. καπν-ῖτις (v.l. -ίτης), = καπνός II, Ps.-Dsc. 4.109.
καπνίτης, ὁ, = κάπνιος², Pflanze, Diosc.