καταβαπτιστής Save Bailly 2024 Pape καταβαπτιστής, οῦ (ὁ) qui submerge, qui noie, Naz. Or. 40, t. 2, p. 421c. Étym. καταβαπτίζω. καταβαπτιστής, ὁ, der Untertauchende, Sp.