κατάσβεσις
κατάσβεσις, putting out
κατά-σβεσις, εως, ἡ,
- putting out, D.C. 54.2.
κατάσβεσις, εως (ἡ) extinction, DC. 54, 2.
Étym. κατασβέννυμι.
κατάσβεσις, ἡ, das Auslöschen, τῶν ἐμπιπραμένων DC. 54.2.