κατασίνομαι
κατασίνομαι, injure, damage
κατασίνομαι [ῑ],
- injure, damage, Hsch.: aor. 1 part., κατασινάμενος τὰ κάλλιστα τῆς χώρας prob. l. in Malch. p.407 D.
κατασίνομαι, = σίνομαι, VLL.