κατασιδηρόω
κατασιδηρόω, plate with iron
κατασῐδηρόω,
- plate with iron, κριοὶ κατασεσιδηρωμένοι D.S. 13.54, cf. Bito 53.7, Str. 15.3.11.
κατα·σιδηρόω-ῶ [ῐ] garnir de fer, DS. 13, 54.
κατασιδηρόω, mit Eisen versehen, beschlagen, κριοὺς κατασεσιδηρωμένους προσήρεισε τοῖς τείχεσι DS. 13.54.