καταβληχάομαι
καταβληχάομαι, to bleat loudly
καταβληχάομαι, strengthd. for βληχάομαι, Theoc. 5.42.
κατα·βληχάομαι-ῶμαι, bêler fortement, Thcr. Idyl. 5, 42.
καταβληχάομαι, sehr blöken, χίμαιραι Theocr. 5.42.
καταβληχάομαι
- Dep. to bleat loudly, Theocr.