Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταβίβασις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάβασις
καταβασκαίνω
καταβασμός
καταβατέον
καταβατεύω
καταβάτης
καταβατικός
καταβατικῶς
καταβατός
καταβαΰζω
καταβαυκαλάω
καταβαυκάλησις
καταβαυκαλίζω
καταβαφή
καταβαφής
καταβδελύσσομαι
καταβεβαιόομαι
καταβεβαιόω
καταβεβαίωσις
καταβεβλακευμένως
καταβεβλημένως
καταβείομεν
καταβελής
καταβη
κατάβηθι
καταβήμεναι
καταβήσεται
καταβιάζομαι
καταβιάζω
καταβιβάζω
καταβίβασις
καταβιβάσκω
καταβιβασμός
καταβιβαστέος
καταβιβρώσκω
καταβινέω
καταβίνημι
καταβιόω
καταβίωσις
καταβλαβεύς
καταβλακεύω
καταβλάπτω
καταβλέθει
καταβλέπειν
καταβλέπω
καταβλεφαρίζω
κατάβλημα
καταβλής
καταβλητέον
καταβλητέος
καταβλητικός
καταβληχάομαι
καταβλώσκω
καταβοάω
καταβοή
καταβόησις
καταβολά
καταβολάδας
καταβολαῖον
καταβολεύς
καταβολή
…
καταβίβασις
Save
Pape
καταβίβασις
, ἡ, = καταβιβασμός,
EM
. 610.24, vom Akzente.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}